Μετάφραση του "Beharren" σε Ελληνικά
Οι επιμονή, επιμένω, αντέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beharren" σε Ελληνικά.
Beharren
Noun
γραμματική
-
επιμονή
nounDas kombiniert mit Ihrem Beharren, dass es derselbe Mann war, war alles Nötige.
Αυτό συν την επιμονή σας ότι ήταν ο ίδιος άντρας ήταν το μόνο που χρειαζόταν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beharren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
beharren
Verb
verb
γραμματική
(sich etwas) ausbedingen [..]
-
επιμένω
verbEr beharrte auf seiner Meinung.
Επέμενε στην γνώμη του.
-
αντέχω
verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη