Μετάφραση του "behaupten" σε Ελληνικά

Οι ισχυρίζομαι, αναφέρω, διατείνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "behaupten" σε Ελληνικά.

behaupten verb γραμματική

(sich) senkrecht halten [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχυρίζομαι

    verb

    Krarup schreibt weiter, solche „Experten“ würden behaupten, die innersten Gedanken anderer Menschen zu kennen.

    Αυτοί οι ‘ειδικοί,’ λέγει ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τις ενδόμυχες σκέψεις των άλλων ανθρώπων.

  • αναφέρω

    verb

    Die Preise in der Union waren nicht wie behauptet systematisch höher.

    Οι τιμές στην Ένωση δεν ήταν συστηματικά υψηλότερες, όπως ανέφερε ο ισχυρισμός.

  • διατείνομαι

    Irland behauptet aber nicht, daß es diese letztgenannte Richtlinie umgesetzt habe.

    Εν πάση περιπτώσει, η Ιρλανδία δεν διατείνεται ότι μετέφερε την ανωτέρω οδηγία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπερασπίζομαι
    • προφασίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " behaupten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Behaupten Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Behaupten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Behaupten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "behaupten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη