Μετάφραση του "Behausung" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Behausung" σε Ελληνικά.

Behausung Noun γραμματική

Hütte (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun

    geschützter, meist überdachter, Ort für ein oder mehrere Lebewesen

    Aber diese Behausung können wir nicht mehr hinnehmen.

    Αλλά αυτή η κατοικία δεν είναι πλέον αποδεκτή.

  • σπίτι

    noun

    Der reine Geist will und kann nicht in einer schmutzigen Behausung wohnen.

    Το αγνό πνεύμα δεν θα κατοικήσει, δεν μπορεί να κατοικήσει, σε ένα βρωμερό σπίτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Behausung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Behausung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη