Μετάφραση του "Beihilfe" σε Ελληνικά

Οι επίδομα, επιχορήγηση, συνέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beihilfe" σε Ελληνικά.

Beihilfe Noun noun feminine γραμματική

Mithilfe (bei)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίδομα

    noun

    Für die Dauer des Praktikums wird ihnen eine Beihilfe in Höhe von 120 % des Arbeitslosengeldes gewährt.

    Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα λαμβάνουν ένα επίδομα ίσο προς το 120 % του επιδόματος ανεργίας.

  • επιχορήγηση

    Er meint, sie würden wieder weggehen, wenn keine Beihilfe mehr gezahlt würde.

    Μόλις αυτή η επιχορήγηση τελειώσει, προβλέπει ο ίδιος, αυτοί θα φύγουν.

  • συνέργεια

    Die Beihilfe zur Terrorismusfinanzierung und der Versuch der Terrorismusfinanzierung sollten ebenfalls unter Strafe gestellt werden.

    Η συνέργεια ή η απόπειρα χρηματοδότησης τρομοκρατικών ενεργειών θα πρέπει, επίσης, να τιμωρείται.

  • συνεργός

    noun masculine

    Paula wurde der Beihilfe für schuldig befunden und saß ein paar Jahre.

    Η Πόλα κρίθηκε ένοχη σαν συνεργός και φυλακίστηκε για μερικά χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beihilfe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Beihilfe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beihilfe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη