Μετάφραση του "beilegen" σε Ελληνικά
Οι διευθετώ, εξομαλύνω, λύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beilegen" σε Ελληνικά.
sein lassen (umgangssprachlich) [..]
-
διευθετώ
Versöhnen kann bedeuten: mit jemand wieder Frieden schließen, sich vertragen; auch einen Streit beilegen oder schlichten.
Η λέξη «συμφιλιώνω» σημαίνει «επαναφέρω την αρμονία» ή «αποκαθιστώ τη φιλία». Επίσης σημαίνει «διευθετώ» ή «συμβιβάζω», όπως στην περίπτωση της συμφιλίωσης διαφορών.
-
εξομαλύνω
-
λύνω
verbWenn ihr das beilegen wollt, können wir sofort rausgehen.
Αν θέλετε να λύσουμε το θέμα, πάμε έξω τώρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμβιβάζω
- χαρακτηριστικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beilegen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Beilegen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beilegen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.