Μετάφραση του "Beil" σε Ελληνικά

Οι τσεκούρι, πέλεκυς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beil" σε Ελληνικά.

Beil noun neuter γραμματική

Hacke (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσεκούρι

    noun neuter

    Ich hätte kein Beil schwingen können, selbst wenn ich gewollt hätte.

    Δεν θα μπορούσα να σηκώσω τσεκούρι ακόμα κι αν το ήθελα.

  • πέλεκυς

    noun masculine

    ein Beil oder eine Säge für Fleisch, mit denen der Schlachtkörper in Stücke zerlegt wird, die in das Zerkleinerungsgerät eingeführt werden;

    Πέλεκυς τεμαχισμού ή πριόνι κρέατος για τον τεμαχισμό του σφαγίου σε τεμάχια καταλλήλου μεγέθους για την τροφοδοσία της μηχανής κοπής κιμά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Beil"

Φράσεις παρόμοιες με "Beil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη