Μετάφραση του "Beilegung" σε Ελληνικά

Οι διευθέτηση, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beilegung" σε Ελληνικά.

Beilegung noun feminine γραμματική

von etw. zu einem Brief

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διευθέτηση

    Ihre Entscheidungsbefugnisse sind im wesentlichen auf die Beilegung von Streitigkeiten beschränkt.

    Οι εξουσίες της λήψης αποφάσεων θα περιοριστούν κυρίως στη διευθέτηση διαφορών.

  • ρύθμιση

    In zahlreichen Fällen hat sich herausgestellt, dass eine individuelle Beilegung der Rechtsstreitigkeiten nicht ausreicht.

    Σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθη ότι η ατομική ρύθμιση των διαφορών είναι ανεπαρκής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beilegung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Beilegung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beilegung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη