Μετάφραση του "Beilegung" σε Ελληνικά
Οι διευθέτηση, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beilegung" σε Ελληνικά.
Beilegung
noun
feminine
γραμματική
von etw. zu einem Brief
-
διευθέτηση
Ihre Entscheidungsbefugnisse sind im wesentlichen auf die Beilegung von Streitigkeiten beschränkt.
Οι εξουσίες της λήψης αποφάσεων θα περιοριστούν κυρίως στη διευθέτηση διαφορών.
-
ρύθμιση
In zahlreichen Fällen hat sich herausgestellt, dass eine individuelle Beilegung der Rechtsstreitigkeiten nicht ausreicht.
Σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθη ότι η ατομική ρύθμιση των διαφορών είναι ανεπαρκής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beilegung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Beilegung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διευθέτηση των διαφορών
-
Διεθνές Κέντρο για το Διακανονισμό των Διαφορών εξ Επενδύσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη