Μετάφραση του "Beisetzung" σε Ελληνικά

Οι ενταφιασμός, κηδεία, ταφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beisetzung" σε Ελληνικά.

Beisetzung Noun noun feminine γραμματική

Zeremonie, bei der eine verstorbene Person begraben oder eingeäschert wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενταφιασμός

    In biblischen Zeiten hielt man die Beisetzung einer Leiche für eine ziemlich wichtige Angelegenheit.

    Ο ενταφιασμός του σώματος του νεκρού ήταν πράξη μεγάλης σπουδαιότητας για τους ανθρώπους της Βιβλικής περιόδου.

  • κηδεία

    noun feminine

    Begängnis [..]

    Ich habe alles dafür getan, um bei dieser Beisetzung anwesend zu sein.

    Κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια για να παραστώ στην κηδεία του.

  • ταφή

    noun

    Sein Leichnam wird nach Los Angeles überführt und für die Beisetzung vorbereitet.

    Το σώμα του θα μεταφερθεί στο Λος Άντζελες, όπου θα προετοιμαστεί για την ταφή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beisetzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beisetzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη