Μετάφραση του "Beisitzer" σε Ελληνικά

Οι πάρεδρος, παρατηρητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beisitzer" σε Ελληνικά.

Beisitzer noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάρεδρος

    Der Vorsitzende und einer der Beisitzer müssen Beamte auf Lebenszeit sein.

    Ο πρόεδρος και ένας από τους παρέδρους πρέπει να είναι δημόσιοι λειτουργοί.

  • παρατηρητής

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beisitzer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beisitzer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη