Μετάφραση του "Belegschaft" σε Ελληνικά

Οι προσωπικό, επιτελείο, εργατικό δυναμικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Belegschaft" σε Ελληνικά.

Belegschaft noun Noun feminine γραμματική

Die Gesamtheit der Arbeiterschaft. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσωπικό

    noun neuter

    Οι υπάλληλοι ή εργαζόμενοι μιας εμπορικής εταιρείας ή μιας οργάνωσης.

    Die Belegschaft wird weiter verringert und die meisten Gehälter werden nach unten angepasst.

    Το προσωπικό της μειώνεται και οι περισσότεροι μισθοί προσαρμόστηκαν προς τα κάτω.

  • επιτελείο

    neuter
  • εργατικό δυναμικό

    das Personal

    Da die bestehende Belegschaft bereits angemessen vertreten werde, schaffe dies ein ernstes praktisches Problem.

    Δεδομένου ότι το υπάρχον εργατικό δυναμικό θα εκπροσωπείτο ήδη δεόντως, θα ανέκυπτε ένα σημαντικό πρακτικό πρόβλημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Belegschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Belegschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Belegschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη