Μετάφραση του "belegen" σε Ελληνικά

Οι αποδεικνύω, εκχωρώ, αποδείχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belegen" σε Ελληνικά.

belegen verb γραμματική

zeugen (von) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδεικνύω

    verb

    Zweitens belege der Beschluss nicht das Vorliegen von Selektivität.

    Δεύτερον, η απόφαση δεν αποδεικνύει την ύπαρξη επιλεκτικότητας.

  • εκχωρώ

    Verb verb
  • αποδείχνω

    Verb verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω
    • καταλαμβάνω
    • πιάνω
    • στοιχειοθετώ
    • στρώνω
    • τεκμηριώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " belegen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Belegen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"Belegen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Belegen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "belegen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "belegen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη