Μετάφραση του "Beleg" σε Ελληνικά

Οι έγγραφο, αναφορά, αποδεικτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beleg" σε Ελληνικά.

Beleg noun masculine γραμματική

Archivale (bei Archiven)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγγραφο

    noun neuter

    Die Angaben in den Büchern müssen durch entsprechende Belege dokumentiert sein.

    Τα στοιχεία των λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνονται με τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα.

  • αναφορά

    noun

    eine umfassende Erläuterung der Gründe für den Schiffstausch sowie alle einschlägigen Belege oder Unterlagen.

    συνοπτική αναφορά των λόγων που δικαιολογούν την αντικατάσταση και τυχόν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ή αναφορές.

  • αποδεικτικό

    Noun

    Der Antragsteller lieferte keine Belege für sein Vorbringen.

    Ο αιτών δεν υπέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σε υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόδειξη
    • δικαιολογητικό έγγραφο
    • τεκμήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beleg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Beleg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beleg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη