Μετάφραση του "Beleg" σε Ελληνικά
Οι έγγραφο, αναφορά, αποδεικτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beleg" σε Ελληνικά.
Beleg
noun
masculine
γραμματική
Archivale (bei Archiven)
-
έγγραφο
noun neuterDie Angaben in den Büchern müssen durch entsprechende Belege dokumentiert sein.
Τα στοιχεία των λογαριασμών πρέπει να τεκμηριώνονται με τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα.
-
αναφορά
nouneine umfassende Erläuterung der Gründe für den Schiffstausch sowie alle einschlägigen Belege oder Unterlagen.
συνοπτική αναφορά των λόγων που δικαιολογούν την αντικατάσταση και τυχόν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ή αναφορές.
-
αποδεικτικό
NounDer Antragsteller lieferte keine Belege für sein Vorbringen.
Ο αιτών δεν υπέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σε υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απόδειξη
- δικαιολογητικό έγγραφο
- τεκμήριο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beleg " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Beleg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιβάλλω πρόστιμο
-
απόδειξη · απόδειξη | τιμολόγιο · τιμολόγιο · τιμολόγιο | απόδειξη
-
σάντουιτς
-
αποδείχνω · αποδεικνύω · βάζω · εκχωρώ · καταλαμβάνω · πιάνω · στοιχειοθετώ · στρώνω · τεκμηριώνω
-
αποδείξεις · απόδειξη · απόδειξη αγοράς · απόδειξη πληρωμής
-
αιχμαλωτίζω
-
απασχολημένος · πιασμένος · πλήρης
-
πλήρης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη