Μετάφραση του "Bequemlichkeit" σε Ελληνικά

Οι άνεση, ευκολία, κομφόρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bequemlichkeit" σε Ελληνικά.

Bequemlichkeit noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνεση

    noun feminine

    Geben wir uns der Bequemlichkeit meines Zeltes hin und wenden wir uns von unerbittlichem Boden ab.

    Ας επωφεληθούμε την άνεση της σκηνής μου και αποστραφούμε ανελέητο έδαφος.

  • ευκολία

    noun feminine

    Ihrer Auffassung nach darf die Bequemlichkeit dem Grundsatz der Rechtssicherheit nicht vorgehen.

    Κατά την εκτίμησή της, η ευκολία δεν μπορεί να υπερτερεί της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

  • κομφόρ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νωθρότητα
    • ραχάτι
    • τεμπελιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bequemlichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Bequemlichkeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bequemlichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη