Μετάφραση του "bequem" σε Ελληνικά

Οι άνετος, αναπαυτικός, βολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bequem" σε Ελληνικά.

bequem adjective γραμματική

pomadig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνετος

    adjective masculine

    Das bedeutet nicht das er es sich bequem machen soll.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να είναι άνετος.

  • αναπαυτικός

    adjective

    Das kommt daher, dass es eine so bequeme Couch ist.

    Επειδή είναι ένας πολύ αναπαυτικός καναπές.

  • βολικός

    adjective

    Es ist ein bequemer Weg, jemanden zu disziplinieren.

    Είναι ένας βολικός τρόπος να επιβάλλεις την πειθαρχία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νωθρός
    • ημιανάπαυση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bequem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bequem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bequem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη