Μετάφραση του "bepflanzen" σε Ελληνικά

Το φυτεύω είναι η μετάφραση του "bepflanzen" σε Ελληνικά.

bepflanzen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτεύω

    verb

    Die Plantagen sind mit den traditionellen lokalen Sorten „Corne“, „Marbot“ und „Grandjean“ bepflanzt.

    Οι καρυδιές φυτεύονται με τις τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες Corne, Marbot και Grandjean.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bepflanzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bepflanzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη