Μετάφραση του "Boy" σε Ελληνικά

Το αγόρι είναι η μετάφραση του "Boy" σε Ελληνικά.

Boy Noun noun masculine γραμματική

Ordonnnanz (mil.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter

    Selbstmord ist gerade recht verbreitet unter den City Boys.

    H αυτοκτονία είναι πολύ κοινή ανάμεσα σε αγόρια του Σίτι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Boy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Boy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη