Μετάφραση του "Boykott" σε Ελληνικά
Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ, μποϊκοτάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Boykott" σε Ελληνικά.
-
μποϊκοτάζ
noun neuterAußerdem muß es jetzt zu einem wasserdichten Boykott der Diamantenexporte kommen.
Το σημαντικότερο είναι να επιβληθεί αμέσως ένα αποτελεσματικό μποϊκοτάζ στα διαμάντια από τη χώρα αυτή.
-
Μποϊκοτάζ
organisiertes wirtschaftliches, soziales oder politisches Zwangs- oder Druckmittel
Betrifft: Boykott der dänischen Wirtschaft im Zuge des Karikaturenstreits
Θέμα: Μποϊκοτάζ της δανικής οικονομίας ως απάντηση στη διαμάχη για τα σκίτσα του Μωάμεθ
-
μποϊκοτάρισμα
In der britischen Presse wurde zum Boykott des Begräbnisses aufgerufen.
Ο βρετανικός τύπος έκανε έκκληση για μποϊκοτάρισμα της κηδείας.
-
αποκλεισμός
nounIn diesen Erklärungen wurde zu einem Boykott gegen die Verarbeiter aufgerufen, der zu wirtschaftlichen Schäden geführt hat.
Οι δηλώσεις αυτές ζητούσαν να επιβληθεί εμπορικός αποκλεισμός των παραγωγών, πράγμα που προκάλεσε οικονομικές απώλειες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Boykott " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate