Μετάφραση του "boykottieren" σε Ελληνικά
Οι μποϊκοτάρω, μποϋκοτάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boykottieren" σε Ελληνικά.
boykottieren
verb
γραμματική
-
μποϊκοτάρω
VerbIch nehme an, dass der Klerus wegen des Skandals die Lust verloren hat, das Kampfzelt zu boykottieren.
Στον απόηχο του σκανδάλου, φαντάζομαι ο κλήρος έχασε την όρεξη του, να μποϊκοτάρει την σκηνή των μαχών.
-
μποϋκοτάρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boykottieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη