Μετάφραση του "boykottieren" σε Ελληνικά

Οι μποϊκοτάρω, μποϋκοτάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boykottieren" σε Ελληνικά.

boykottieren verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποϊκοτάρω

    Verb

    Ich nehme an, dass der Klerus wegen des Skandals die Lust verloren hat, das Kampfzelt zu boykottieren.

    Στον απόηχο του σκανδάλου, φαντάζομαι ο κλήρος έχασε την όρεξη του, να μποϊκοτάρει την σκηνή των μαχών.

  • μποϋκοτάρω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boykottieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boykottieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη