Μετάφραση του "durchsetzen" σε Ελληνικά
Οι etwas durchsetzen = etwas erzwingen, διαπερνώ, επιβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "durchsetzen" σε Ελληνικά.
durchsetzen
verb
γραμματική
greifen (lassen) [..]
-
etwas durchsetzen = etwas erzwingen
-
διαπερνώ
verb -
επιβάλλω
verbWir können uns nicht vorstellen, dass Sie sich gewaltsam durchsetzen wollen.
Θεωρούμε αδιανόητο για σας να το επιβάλετε με τη βία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " durchsetzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Durchsetzen
Noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Durchsetzen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Durchsetzen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "durchsetzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διατρυπώ
-
das machen was ich möchte · επικρατώ
-
einen Plan realisieren
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη