Μετάφραση του "Ehefrau" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, γυναίκα, συμβία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ehefrau" σε Ελληνικά.

Ehefrau noun Noun feminine γραμματική

Weib (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun feminine

    weiblicher Partner in einer ehelichen Beziehung [..]

    Er fühlt sich nicht als Ehemann und ich nicht als Ehefrau.

    Φοβούμαι ότι ο Αβραάμ δεν αισθάνεται και πολύ σύζυγος αυτές τις μέρες, ούτε εγώ ως σύζυγος.

  • γυναίκα

    noun feminine

    Das ist sowas von verrückt, weil ich gerade gestern erst deine Ehefrau getroffen habe.

    Είναι περίεργο, επειδή είδα εχθές την γυναίκα σου.

  • συμβία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ehefrau " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ehefrau" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη