Μετάφραση του "Ehegemahl" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ehegemahl" σε Ελληνικά.

Ehegemahl

Männlicher Partner in einer Ehe.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun masculine

    Männlicher Partner in einer Ehe.

  • άντρας

    noun masculine

    Männlicher Partner in einer Ehe.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ehegemahl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ehegemahl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη