Μετάφραση του "Ehegatte" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ehegatte" σε Ελληνικά.

Ehegatte noun masculine γραμματική

bessere Hälfte (scherzh.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun masculine

    Männlicher Partner in einer Ehe. [..]

    a) in dem die Ehegatten ihren gemeinsamen gewöhnlichen Aufenthalt haben oder anderenfalls

    α) της κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων ή, ελλείψει αυτής

  • άντρας

    noun masculine

    Ehegespons [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ehegatte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ehegatte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη