Μετάφραση του "Eindringling" σε Ελληνικά

Οι εισβολέας, παρείσακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eindringling" σε Ελληνικά.

Eindringling noun masculine γραμματική

jmd. der die Rechte eines anderen verletzt

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισβολέας

    Er sagte, der Eindringling war bewaffnet, es wurde keine Waffe gefunden.

    Είπε ότι ο εισβολέας ήταν οπλισμένος, αλλά δεν βρέθηκε κανένα όπλο.

  • παρείσακτος

    Es gibt keinen Grund für eine Szene,... aber dieser Gentleman ist ein Eindringling.

    Δε χρειάζεται να προκαλέσουμε σκηνή, αυτός όμως ο κύριος είναι ένας παρείσακτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eindringling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eindringling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη