Μετάφραση του "eindringend" σε Ελληνικά

Οι αιχμηρός, διαπεραστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eindringend" σε Ελληνικά.

eindringend verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμηρός

    adjective
  • διαπεραστικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eindringend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eindringend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εισβολή · εισχώρηση · επιδρομή · παρείσφρηση
  • εισχωρώ, (δι)εισδύω, εμβαθύνω σε, εισβάλλω σε, παραβιάζω (+πρόθεση/κλίση)
  • διεισδύω · εισέρχομαι παρανόμως · εισβάλλω · εισχωρώ · εμβαθύνω · καταπατώ · μπαίνω · παραβιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eindringend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη