Μετάφραση του "Einfangen" σε Ελληνικά

Οι παγίδευση, τοποθέτηση παγίδων, αιχμαλωτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einfangen" σε Ελληνικά.

Einfangen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παγίδευση

    Gezieltes Jagen und Einfangen von Wildtieren und herrenlosen Haustieren

    Στοχευμένη θήρα και παγίδευση άγριων ζώων και αδέσποτων οικόσιτων ζώων

  • τοποθέτηση παγίδων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einfangen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

einfangen verb γραμματική

schießen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb

    Ich muss lernen, wie man einen Duft einfängt

    Αφέντη, πρέπει να μάθω να αιχμαλωτίζω την οσμή

  • απασχολώ

    verb
  • κατακτώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιάνω
    • κρατώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einfangen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη