Μετάφραση του "einfassen" σε Ελληνικά

Οι δένω, καδράρω, κορνιζάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfassen" σε Ελληνικά.

einfassen Verb γραμματική

bordieren (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δένω

    verb
  • καδράρω

    Verb
  • κορνιζάρω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιβάλλω
    • στολίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einfassen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einfassen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη