Μετάφραση του "einfetten" σε Ελληνικά

Οι λιπαίνω, βουτυρώνω, λαδώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfetten" σε Ελληνικά.

einfetten Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπαίνω

    verb

    Anschließend werden sie eingefettet und mithilfe von Naturprodukten wie Gelbwurzel, Koschenille oder achiote eingefärbt.

    Έπειτα λιπαίνεται και βάφεται με φυσικά προϊόντα όπως η κουρκουμίνη, η κοχενιλλίνη ή το ατσιότε.

  • βουτυρώνω

    verb
  • λαδώνω

    verb

    αλείφω με λάδι

  • γρασάρω

    verb

    Vielleicht sollte ich ein Schwein einfetten für den Fall das sie später Ringen wollen.

    Ίσως πρέπει να γρασάρω ένα γουρούνι σε περίπτωση μετά θέλουν να παλέψουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einfetten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Einfetten Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Einfetten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Einfetten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einfetten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη