Μετάφραση του "Einlass" σε Ελληνικά

Οι είσοδος, εισαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einlass" σε Ελληνικά.

Einlass Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • είσοδος

    noun

    Die Gastgeber und die Besucher singen im Wechselgesang, bis den Besuchern schließlich Einlaß gewährt wird.

    Οι ένοικοι απαντούν με τραγούδια μέχρις ότου επιτραπεί τελικά η είσοδος στους επισκέπτες.

  • εισαγωγή

    noun

    Pp= der absolute Druck am Einlass der Verdrängerpumpe in kPa,

    Pp= η απόλυτη πίεση κατά την εισαγωγή στην παλινδρομική αντλία σε kPa·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einlass " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einlass" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη