Μετάφραση του "einleben" σε Ελληνικά

Το νοικοκυρεύομαι είναι η μετάφραση του "einleben" σε Ελληνικά.

einleben verb γραμματική

(sich) gewöhnen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοικοκυρεύομαι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einleben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einleben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη