Μετάφραση του "einlegen" σε Ελληνικά
Οι αλατίζω, μοντάρισμα, απόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einlegen" σε Ελληνικά.
einlegen
verb
γραμματική
zwischen etw. stecken
-
αλατίζω
verb -
μοντάρισμα
-
απόθεμα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βάζω
- κάνω
- μαρινάρω
- εισάγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einlegen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "einlegen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαμαρτύρομαι
-
ασκώ ένδικα μέσα
-
ασκώ έφεση
-
ασκώ προσφυγή
-
ασκώ βέτο
-
ασκώ αναίρεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη