Μετάφραση του "einteilen" σε Ελληνικά
Οι χωρίζω, διαχωρίζω, διαιρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einteilen" σε Ελληνικά.
einteilen
verb
γραμματική
-
χωρίζω
verbDer Erzdiakon hat schon es eingeteilt in drei Quartiere, völlig gleich gemessen.
Ο αρχιδιάκονος τα έχει ήδη χωρίσει σε τρία, πολύ ίσα, τμήματα.
-
διαχωρίζω
verbPflanzenschutzmittel werden für gewöhnlich nach ihrer Bekämpfungswirkung eingeteilt.
Τα προϊόντα φυτοπροστασίας διαχωρίζονται συνήθως με βάση αυτό που προορίζονται να καταπολεμήσουν.
-
διαιρώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ορίζω
- οργανώνω
- ταξινομώ
- διχάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einteilen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Einteilen
Noun
γραμματική
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Einteilen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Einteilen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "einteilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σελίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη