Μετάφραση του "Engpass" σε Ελληνικά

Οι δερβένι, δυσχέρεια, κλεισούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Engpass" σε Ελληνικά.

Engpass noun masculine γραμματική

Stop and Go (engl.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δερβένι

    noun neuter
  • δυσχέρεια

    noun

    Die Mobilität der Freiwilligen: ein noch zu überwindender Engpass

    Κινητικότητα εθελοντών: μια δυσχέρεια προς αντιμετώπιση

  • κλεισούρα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σημείο συμφόρησης
    • στενωπός
    • τα στενά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Engpass " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Engpass" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη