Μετάφραση του "engstirnig" σε Ελληνικά

Οι στενοκέφαλος, στενόμυαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engstirnig" σε Ελληνικά.

engstirnig adjective γραμματική

kurzsichtig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενοκέφαλος

    noun masculine
  • στενόμυαλος

    Ich bin nicht engstirnig, aber ein Mann wird dessen irgendwann überdrüssig.

    Δεν είμαι στενόμυαλος, αλλά με κουράζουν αυτά, όλη την ώρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engstirnig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engstirnig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη