Μετάφραση του "engstirnig" σε Ελληνικά
Οι στενοκέφαλος, στενόμυαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engstirnig" σε Ελληνικά.
engstirnig
adjective
γραμματική
kurzsichtig (umgangssprachlich) [..]
-
στενοκέφαλος
noun masculine -
στενόμυαλος
Ich bin nicht engstirnig, aber ein Mann wird dessen irgendwann überdrüssig.
Δεν είμαι στενόμυαλος, αλλά με κουράζουν αυτά, όλη την ώρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " engstirnig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη