Μετάφραση του "Entgelt" σε Ελληνικά

Οι αμοιβή, πληρωμή, τέλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entgelt" σε Ελληνικά.

Entgelt noun neuter γραμματική

Lohntüte (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμοιβή

    noun

    Ihr Entgelt darf sich weder nach der Zahl noch nach den Ergebnissen der Prüfungen richten.

    Η αμοιβή του δεν πρέπει να εξαρτάται από τον αριθμό των δοκιμών που διεξάγονται ούτε από τα αποτελέσματα των δοκιμών αυτών.

  • πληρωμή

    noun

    Dieses Übereinkommen gilt für jede internationale Beförderung von Personen, Reisegepäck oder Gütern, die durch Luftfahrzeuge gegen Entgelt erfolgt.

    Η παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις επί πληρωμή διεθνείς αεροπορικές μεταφορές επιβατών, αποσκευών και φορτίου.

  • τέλη

    noun

    Die Flughafennutzer sollten ein Anrecht auf ein festgelegtes Dienstleistungsniveau im Gegenzug für die von ihnen gezahlten Entgelte haben.

    Οι χρήστες των αερολιμένων δικαιούνται καθορισμένο επίπεδο εξυπηρέτησης για τα τέλη που καταβάλλουν.

  • χρέωση

    noun feminine

    Für derartige Zusammenfassungen kann ein kostenabhängiges Entgelt erhoben werden.

    Για την παροχή συνοπτικών πληροφοριών επιτρέπεται η χρέωση τέλους ανάλογου προς το σχετικό κόστος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Entgelt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Entgelt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Entgelt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη