Μετάφραση του "Entgleisung" σε Ελληνικά
Οι εκτροχιασμός, παρεκτροπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Entgleisung" σε Ελληνικά.
Entgleisung
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
εκτροχιασμός
nounFolgende Bedingungen können die maximale Längsdruckkraft, der ein Wagen ohne Entgleisung standhalten kann, beeinträchtigen:
Οι συνθήκες που επηρεάζουν τη μέγιστη διαμήκη συμπιεστική δύναμη η οποία μπορεί να ασκηθεί επί ενός οχήματος χωρίς να προκληθεί εκτροχιασμός περιλαμβάνουν:
-
παρεκτροπή
Erstens werden, anstatt zur Vermeidung jeglicher Entgleisung Maßnahmen zur Flankierung der Forschung zu ergreifen, Verbote ausgesprochen.
Πρώτα απ' όλα, αντί να καθορίσει μέτρα πλαισίωσης της έρευνας ούτως ώστε να αποτραπεί κάθε παρεκτροπή, το μόνο που κάνει είναι να απαγορεύει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Entgleisung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη