Μετάφραση του "entgehen" σε Ελληνικά

Οι αποφεύγω, διαφεύγω, γλιτώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entgehen" σε Ελληνικά.

entgehen verb γραμματική

entweichen (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφεύγω

    verb

    Sie werden alles tun, um einer Inhaftierung zu entgehen.

    Θα κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν τη φυλακή.

  • διαφεύγω

    verb

    Ich muß allerdings gestehen, daß mir seine Aktivitäten seither wohl etwas entgangen sind.

    Πρέπει να ομολογήσω πάντως πως από τότε μου διαφεύγει η συνέχεια που δόθηκε στις δραστηριότητές του.

  • γλιτώνω

    verb

    Diese beiden Lausbuben hier denken, weil sie Kinder sind,... können sie der Justiz entgehen.

    Αυτοί οι κατεργάρηδες νομίζουν πως θα γλιτώσουν, επειδή είναι παιδιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεφεύγω
    • χάνω
    • δραπετεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entgehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entgehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entgehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη