Μετάφραση του "Enthalpie" σε Ελληνικά
Οι ενθαλπία, Ενθαλπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enthalpie" σε Ελληνικά.
Enthalpie
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
ενθαλπία
noun feminineFür Wärme erzeugende Anlagen: Enthalpie und Wärmetransfergeschwindigkeit.
Για τις μονάδες που παράγουν θερμότητα: ενθαλπία και ρυθμός μεταφοράς θερμότητας υγρών.
-
Ενθαλπία
Maß für die Energie eines thermodynamischen Systems
Für Wärme erzeugende Anlagen: Enthalpie und Wärmetransfergeschwindigkeit.
Για τις μονάδες που παράγουν θερμότητα: ενθαλπία και ρυθμός μεταφοράς θερμότητας υγρών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Enthalpie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη