Μετάφραση του "enthaltsam" σε Ελληνικά
Οι εγκρατής, λιτοδίαιτος, νηστευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enthaltsam" σε Ελληνικά.
enthaltsam
adjective
γραμματική
(sexuell) enthaltsam
-
εγκρατής
adjective m;f -
λιτοδίαιτος
masculine -
νηστευτής
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enthaltsam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enthaltsam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγαμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη