Μετάφραση του "Enthaltung" σε Ελληνικά

Το αποχή είναι η μετάφραση του "Enthaltung" σε Ελληνικά.

Enthaltung Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποχή

    noun

    Der Entschließungsantrag wird in seiner geänderten Fassung einstimmig bei einer Enthaltung angenommen.

    Το ψήφισμα όπως τροποποιήθηκε εγκρίνεται ομόφωνα με μία αποχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enthaltung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Enthaltung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enthaltung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη