Μετάφραση του "Epilepsie" σε Ελληνικά
Οι επιληψία, Επιληψία, επιληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Epilepsie" σε Ελληνικά.
Krampfleiden (veraltet) [..]
-
επιληψία
noun feminineανθρώπινη ασθένεια
Epilepsie liegt bei zwei oder mehr epileptischen Anfällen innerhalb von weniger als fünf Jahren vor.
Ως επιληψία ορίζεται η εκδήλωση δύο ή περισσότερων επιληπτικών κρίσεων σε χρονικό διάστημα μικρότερο από πενταετία.
-
Επιληψία
Epilepsie entsteht durch schnelle, elektrische Fehlimpulse im Gehirn.
Επιληψία, που προκαλείται από την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Epilepsie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
επιληψία
noun feminineEpilepsie liegt bei zwei oder mehr epileptischen Anfällen innerhalb von weniger als fünf Jahren vor.
Ως επιληψία ορίζεται η εκδήλωση δύο ή περισσότερων επιληπτικών κρίσεων σε χρονικό διάστημα μικρότερο από πενταετία.