Μετάφραση του "epileptisch" σε Ελληνικά

Το επιληπτικός είναι η μετάφραση του "epileptisch" σε Ελληνικά.

epileptisch adjective γραμματική

An Epilepsie leidend oder durch Epilepsie hervorgerufen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιληπτικός

    adjective

    An Epilepsie leidend oder durch Epilepsie hervorgerufen.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " epileptisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "epileptisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "epileptisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη