Μετάφραση του "Epileptiker" σε Ελληνικά
Το επιληπτικός είναι η μετάφραση του "Epileptiker" σε Ελληνικά.
Epileptiker
Noun
noun
masculine
γραμματική
Jemand, der an Epilepsie leidet.
-
επιληπτικός
nounDer Kerl war genau so wenig ein Epileptiker wie ich es bin.
Ο δικός σου ήταν επιληπτικός όσο κι εγώ πιλότος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Epileptiker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη