Μετάφραση του "Gelehrtheit" σε Ελληνικά
Οι πολυμάθεια, σοφία, λογιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gelehrtheit" σε Ελληνικά.
Gelehrtheit
noun
feminine
Gelahrtheit (veraltet)
-
πολυμάθεια
noun feminine -
σοφία
noun feminine -
λογιότητα
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gelehrtheit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη