Μετάφραση του "gelegentlich" σε Ελληνικά
Οι περιστασιακός, περιστασιακά, σποραδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gelegentlich" σε Ελληνικά.
öfters (umgangssprachlich) [..]
-
περιστασιακός
adverbEs könnte praktisch als gelegentlicher FeMo-Hersteller mit sporadischen Verkäufen der betroffenen Ware betrachtet werden.
Στην πράξη, η εταιρεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιστασιακός παραγωγός FeMo που πραγματοποιεί σποραδικές πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος.
-
περιστασιακά
adverbNur gelegentlich werden Überschusserzeugnisse dieser Flächen außerhalb des Betriebs verkauft.
Μόνο περιστασιακά το πλεόνασμα προϊόντων που προέρχονται από αυτή την έκταση πωλείται εκτός της εκμετάλλευσης.
-
σποραδικός
adverbViele dieser Patienten sind bei uns nie mehr oder nur gelegentlich wiederaufgetaucht.
Πολλοί από τους ασθενείς ποτέ δεν ξαναγύρισαν ή επανήλθαν σποραδικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάποια στιγμή
- πότε-πότε
- σποραδικά
- ενίοτε
- κάπου-κάπου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gelegentlich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gelegentlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάποιες φορές αλλάζει