Μετάφραση του "Genehmigung" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, άδεια, άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Genehmigung" σε Ελληνικά.

Genehmigung noun feminine γραμματική

Konzession (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine

    Positive Beurteilung einer Sache.

    Diese Genehmigung betraf jedoch das Vertragsmuster und nicht die einzelnen Bedingungen.

    Εντούτοις, η έγκριση αυτή αφορούσε τη δομή του μορφότυπου της σύμβασης και όχι τους ειδικούς όρους της.

  • άδεια

    noun feminine

    Bei Bedarf aktualisiert die zuständige Behörde die Genehmigung.

    Εφόσον ενδείκνυται, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Genehmigung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

genehmigung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun feminine

    Bei Bedarf aktualisiert die zuständige Behörde die Genehmigung.

    Εφόσον ενδείκνυται, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια.

  • εξουσιοδότηση

    noun feminine

    Hierunter fallen auch Personen, die aufgrund einer rechtmäßigen Einwilligung einer Person handeln, die diese Genehmigung ausdrücklich erteilt hat.

    Συμπεριλαμβάνει άτομα που δρουν σύμφωνα με νόμιμη συναίνεση άλλου ατόμου στο οποίο έχει δοθεί ρητή εξουσιοδότηση.

Φράσεις παρόμοιες με "Genehmigung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Genehmigung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη