Μετάφραση του "genehmigt" σε Ελληνικά

Το εγκεκριμένος είναι η μετάφραση του "genehmigt" σε Ελληνικά.

genehmigt verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκεκριμένος

    Der genehmigte Haushaltsplan kann durch einen Berichtigungshaushaltsplan geändert oder aufgestockt werden.

    Ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός μπορεί να διορθωθεί ή να αυξηθεί με διορθωτικό προϋπολογισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " genehmigt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "genehmigt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "genehmigt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη