Μετάφραση του "genehmigen" σε Ελληνικά
Οι εγκρίνω, επιτρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "genehmigen" σε Ελληνικά.
genehmigen
verb
γραμματική
verabschieden (fachsprachlich) [..]
-
εγκρίνω
verbErgeht keine Entscheidung, so gilt der Antrag als genehmigt.
Ελλείψει τέτοιας αποφάσεως, κρίνεται ότι έχει εγκριθεί η αίτηση.
-
επιτρέπω
verbDie Mitgliedstaaten zeichnen sämtliche gemeinsamen Fangeinsätze, die sie genehmigt haben, auf und schreiben diese Aufzeichnungen fort.
Τα κράτη μέλη δημιουργούν και διατηρούν αρχείο με όλες τις κοινές αλιευτικές δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπουν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " genehmigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "genehmigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκεκριμένος
-
μη εγκεκριμένος
-
πρότυπο φόρμας με έγκριση διαχειριστή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη