Μετάφραση του "gewillt" σε Ελληνικά

Οι πρόθυμος, διατεθειμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewillt" σε Ελληνικά.

gewillt adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθυμος

    adjective

    Du bist gewillt ziemlich schreckliche Dinge zu tun, wenn sie dir selbst nützlich sind.

    Είσαι πρόθυμος να κάνεις φρικτά πράγματα για το προσωπικό σου συμφέρον.

  • διατεθειμένος

    adjective

    Und ich bin gewillt, es euren fähigen Händen anzuvertrauen.

    Και διατίθεμαι να το εμπιστευτώ στα ικανά σου χέρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewillt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewillt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη