Μετάφραση του "Impertinenz" σε Ελληνικά
Οι αναίδεια, αυθάδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Impertinenz" σε Ελληνικά.
Impertinenz
noun
Noun
feminine
γραμματική
(etwas) geht auf keine Kuhhaut (umgangssprachlich)
-
αναίδεια
Noun -
αυθάδεια
Bitte vergeben Sie mir meine Impertinenz.
Συγχωρήστε μου την αυθάδεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Impertinenz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη