Μετάφραση του "impfen" σε Ελληνικά

Οι δαμαλίζω, εμβολιάζω, μπολιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impfen" σε Ελληνικά.

impfen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δαμαλίζω

  • εμβολιάζω

    verb

    Die Kinder, die noch nicht infiziert sind, müssen geimpft werden.

    Όσα παιδιά δεν μολύνθηκαν ακόμα πρέπει να εμβολιαστούν.

  • μπολιάζω

    ich gebe Myzel dazu und dann impfe ich die Maiskolben.

    προσθέτω μυκήλιο και έπειτα το μπολιάζω στα κοτσάνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Impfen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Impfen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Impfen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "impfen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη